Παρασκευή 24 Αυγούστου 2012

Φοιτητική ζωή σου λένε μετά…

Μήπως να ξανασκεφτείς τι θες να κάνεις προτού μπεις στο πανεπιστήμιο;
Ναι ναι είσαι χαρούμενος που πέρασες και μάλιστα εκεί που ήθελες, που βασικά δεν ήθελες αλλά ήθελε ο μπαμπάς και τα λεφτά έχουν πάντα δίκιο. Ας υποθέσουμε πως το καταπίνεις και προχωράς να βγάλεις τη σχολή να γίνεις άλλος ένας ματαιόδοξος υπάλληλος αυτής της χώρας που θα σε βλέπω κάπου στην Εφορία, στο ΙΚΑ κλπ. Μπα, ούτε αυτό δεν μπορείς να γίνεις, γιατί ωραία τα ξενύχτια του πρώτου έτους αλλά μόλις δει ο μπαμπάς σε πόσα μαθήματα κόπηκες αρχίζουν και οι δικές του περικοπές. Αφού το καταπιείς και αρχίσεις να παίρνεις καπνό αντί για πακέτο, μειώσεις τους καφέδες και οι κραιπάλες περιοριστούν στα σπίτια των συμφοιτητών σου με μπύρες lidl, βγαίνουν και τα αποτελέσματα του δεύτερου έτους της σχολής και τα μαθήματα που πλέον χρωστάς πολλαπλασιάστικαν, μειώνοντας κι άλλο το επίδομα φοιτητή από τον μπαμπά.
Α, σε αυτό το στάδιο γνωρίζεις μια γκομενίτσα από το πρώτο έτος, η οποία το παίζει party animal -μιας και μόλις μπήκε στη σχολή και είναι στο πρώτο στάδιο με την τσέπη του μπαμπά - εσύ φυσικά δεν έχεις φράγκο να την βγάλεις και της μαθαίνεις το γνωστό «κουκουνινγκ»- μετατρέποντας την σε sex animal. Αυτή βαριέται σε παρατάει, εσύ βαράς… κατάθλιψη (και άλλα πράγματα) και τα χρωστούμενα γίνονται σαν κι αυτά της Ελλάδος.
-Σε αυτό το στάδιο τσακώνεσαι με τον πατέρα σου και του αποκαλύπτεις πως ποτέ δεν ήθελες να μπεις σε αυτό το γαμωπανεπιστήμιο που 3 χρόνια δεν κατάλαβες τίποτα.
-Αυτός σου κόβει όλο το επίδομα και σε στέλνει να βρεις δουλειά ενώ για να σου πληρώνει το ενοίκιο σε βάζει να του υποσχεθείς πως θα τελειώσεις το πανεπιστήμιο. Φυσικά και πιάνεις δουλειά στο αγαπημένο σου καφέ και πλέον πίνεις τζάμπα, μαθαίνεις την τέχνη του σερβιρίσματος, ξενυχτάς με τους γαμημένους πρωτοετής που λιώνουν τα καθίσματα του καφέ και φυσικά ξεχνάς το πανεπιστήμιο πολλαπλασιάζοντας κι άλλο τα χρωστούμενα.
-Τότε ο πατέρας σου θα σε πει «λεχρίτη» και η μάνα σου θα σε χαρτζιλικώνει κρυφά. -Εσύ, θα κόψεις κάθε επαφή μαζί τους, οι γκόμενες άφραγκο, ούτε που να σε φτύσουν, θα δουλέψεις με έναν Πακιστανό σε ένα βενζινάδικο, θα πάρεις κανα χρέπι παπί να μετακινήσε, θα νοικιάσεις ένα σπίτι 30 τετραγωνικά στο οποίο θα χρωστάς 4-5 νοίκια…
-Οι γονείς σου θα σε λυπηθούν και θα σε ξαναμαζέψουν σπίτι.
-Εσύ θα γυρίσεις στο βρακί της μάνας σου και θα σου ανοίξουν μαγαζί με ότι αρέσει στον μπαμπά σου, ο οποίος θα σου δώσει και την κόρη της γειτόνισσας που το σπίτι είναι δικό τους άρα θα έχει και προίκα. Αυτή θα σου κάνει 3-4 κουτσούβελα κι εσύ θα δουλεύεις για να τα ταΐσεις.
Ναι, τότε θα είσαι σίγουρα ένας ακόμη μίζερος πολίτης αυτού του τόπου που ψηφίζει ΠΑΣΟΚ και ΝΔ επειδή το έκανε και ο μπαμπάς του.
Μήπως να ξανασκεφτείς τι θες να κάνεις προτού μπεις στο πανεπιστήμιο; Είσαι σίγουρα φοιτητής αν:
1. Αν εσύ προσωπικά σώζεις την πιτσαρία ή το γυράδικο της γειτονιάς σου από τη χρεοκοπία.
2. Αν ξυπνάς δέκα λεπτά πρίν από το μάθημα.
3. Αν το πρωινό σου αποτελείται από έναν φραπέ πρίν μπείς στο Αμφιθέατρο.
4. Αν επειδή έχεις πάρει πολύ καιρό να πλύνεις τα ρούχα σου, φοράς το μαγιό σου στην τάξη.
5. Αν κοιμάσαι περισσότερο στη τάξη παρά σπίτι σου.
6. Αν μένεις σε ένα σπίτι μικρότερο από τα περισσότερα τροχόσπιτα.
7. Αν πανηγυρίζεις κάθε φορά που βρίσκεις ένα εικοσάευρω.
8. Αν σε ρωτάνε πόσα χρωστάς .. έχεις την αντίδραση μιας 40άρας όταν την ρωτάνε πόσο χρονών είναι.
9. Αν τρώς στην λέσχη επειδή είναι "τσάμπα" παρόλο που είναι αηδία.
10. Αν το τάβλι έχει γίνει το σπορ σου.
11. Αν τα τάπερ της μαμάς είναι περισσότερα από τα πιάτα του σπιτιού .
12. Αν χρειάζεσαι φτυάρι για να βρείς το πάτωμα του δωματίου σου.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Αύγουστος

Ωραίες οι διακοπές: η μυρωδιά της αλμύρας σε συνδυασμό με το ηλιοκαμένο δέρμα, τα κάστρα στην άμμο, τα καλαμάκια με φρεσκοκομμένη σαλάτα, η ακαταμάχητη Ελληνίδα μάνα που ουρλιάζει «μη και μη» στην παραλία, το δροσερό αεράκι της νύχτας, οι οργανωμένοι Αυστραλοί που έχουν στήσει τη σκηνή δίπλα σου και σηκώνονται από τις 6 να φάνε πρωινό αλλά… σαν την Αθήνα πουθενά.
Ωραία η Αθήνα: η μυρωδιά των καυσαερίων σε συνδυασμό με τα καμένα λάδια του μπροστινού σου, τα σκαμμένα και παρατημένα έργα στους δήμους, τα κατεψυγμένα κρέατα και οι μπολιασμένες τομάτες, η ακαταμάχητη Ελληνίδα μάνα που ουρλιάζει «μη και μη» στο διπλανό διαμέρισμα, το βρωμερό από τα σκουπίδια αεράκι της νύχτας, οι κουτσομπόλες γειτόνισσες που μένουν δίπλα σου και ξέρουν ότι γύρισες 6 το πρωί αλλά… σαν τη δουλειά που σε περιμένει από Σεπτέμβρη πουθενά.
Ωραία η δουλειά: η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου ελληνικού καφέ σε συνδυασμό με τα ζεστά ψωμάκια του φούρνου που είναι δίπλα από το γραφείο σου και που μοιάζει χιλιόμετρα μακριά, το κάστρο που ετοιμαζόσουν να αγοράσεις και στο γκρέμισαν μειώνοντας τον μισθό σου, το στομάχι σου που έχει φτάσει στην πλάτη μέχρι να σχολάσεις να πας για φαί, η ακαταμάχητη Ελληνίδα μάνα που ουρλιάζει «μη και μη» ( την Ελληνίδα μάνα να ουρλιάζει την συναντάς παντού), η μοναδική όρεξη της νύχτας, να πας … μεχρι το κρεβάτι σου αφού έχεις ξεθεωθεί ολημέρα, οι οργανωτικές αλλαγές των αφεντικών σου που σου φορτώνουν κι άλλες δουλειές και που θα πρέπει να σηκώνεσαι από τις 6 το πρωί για να σχολάσεις κάποια στιγμή το βράδυ… αλλά σαν την αγκαλιά του συντρόφου σου πουθενά.
Ωραία η αγκαλιά του συντρόφου σου: η μυρωδιά της μασχαλίλας σε συνδυασμό με την ποδαρίλα όταν γυρίζει από τη δουλειά, τα κάστρα που σου έταζε και γίνανε μια υπόγα στο Παγκράτι, τα ντελίβερι που σε επισκέπτονται κάθε μέρα επειδή βαριέται να κουνήσει τον κώλο του να μαγειρέψει, μια ακαταμάχητη Ελληνίδα μάνα που σε κατάντησε να ουρλιάζεις μη και μη ακόμα και μέσα στο σπίτι σου, οι οργανωμένοι γονείς του που κάθε φορά που σε επισκέπτονται κουβαλάνε και όλα τα κατσαρόλια τους λες και εμείς εδώ δεν έχουμε να φάμε… αλλά σαν το τρελοκομείο που απέδρασα, πουθενά!!!!!

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Στο πρόσωπο της Κρίσης

Ουρλιάζεις χαμένη στο άγχος των ονείρων σου μα δεν ακούει κανείς. Δημιουργείς, μα κανείς δεν βλέπει(!) ζούμε στον κόσμο των τυφλών μόνο που και η αφή έχει παραληρήσει. Και τι με νοιάζει;

Φορτώθηκα μια ενοχή, μια πελώρια καταστροφή, την οποία δεν βλέπω μα μιζεριάζω στο άκουσμά της. Με το δικό σου μαύρο εγώ γράφω, με το δικό σου μαύρο δημιουργώ κι αν επέλεγα ένα μαύρο να ντυθώ, θα ήταν βελούδο, σατέν ή μετάξι, να δώσω χάρη στην μαυρίλα που μου ποτίζεις το μυαλό.
Έπαψα να σε πιστεύω. Δεν υπάρχεις. Και τώρα κερδίζω εγώ.
Πλάθω με τα υλικά που μου’δωσες. Γεμίζω τις τρύπες που άνοιξες με δικό μου χρώμα και απ’την πόρτα μου εσύ δεν περνάς.
Δεν έχω ανάγκη να ανήκω κάπου, δεν έχω ανάγκη να συζητώ για σένα και …πλέον πλήττω. Πλήττω να ακούω για σένα, βαριέμαι. Ναι σε βαριέμαι. Να μιλάω για κάποια που δεν έχω δει, δεν έχω νιώσει και τόσοι, κοιμούνται μαζί της, ξυπνάνε μαζί της, τρώνε μαζί της, αναμασούν την ίδια τροφή της.
Λυπάμαι γι’αυτούς που πίστεψαν κι άφησαν το ψέμα να κυλάει.